Εχούμε αναλογιστεί ποτέ τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει αυτό το reality; Μήπως υψώνει έναν καθρέφτη, αποκαλύπτοντας την καταδικασμένη τροχιά του σύγχρονου dating; Μήπως, σχεδόν ανεπαίσθητα, αναζωπυρώνει την πίστη μας στον έρωτα; Επιβάλλεται, λοιπόν, μια νηφάλια ματιά για να αποσαφηνιστεί η κατάσταση.
Γιατί το First Dates Υπερτερεί στο Τοπίο των Reality Shows
Για να είμαστε ακριβείς, δεν απαιτείται ιδιαίτερη οξύνοια για να διαπιστώσει κανείς ότι το First Dates αποτελεί την ποιοτικότερη πρόταση στο είδος του στην ελληνική τηλεόραση. Είναι δυνατή μια διπλή ανάγνωση: επιφανειακά εύθυμη, αλλά στην ουσία της μια βαθιά και σοβαρή καταγραφή της σύγχρονης ερωτικής συνθήκης. Μιας συνθήκης όπου κυριαρχεί η απόγνωση, σε συνδυασμό με μια έντονη ερωτική διέγερση, και η πεποίθηση ότι η εύρεση συντρόφου είναι ανέφικτη. Οι άνθρωποι αναζητούν την επαφή με μια σχεδόν εμμονική ένταση, χωρίς όμως ουσιαστική δράση, παραμένοντας σε μια διαρκή επιφυλακή, λες και αναμένουν μια μοιραία, αναπόφευκτη σύγκρουση.
Στο μεταξύ, το τηλεοπτικό τοπίο των ριάλιτι βρίσκεται σε φάση ποιοτικής παρακμής. Προγράμματα όπως το MasterChef και το GNTM έχουν απολέσει τη δυναμική τους. Το Survivor και άλλα παρόμοια, με την αδιάκοπη παρουσία τους, έχουν προκαλέσει κορεσμό στο κοινό. Πέρα από κάποιες στιγμιαίες αναλαμπές, όπως το Dragons’ Den ή ο πρόσκαιρος θόρυβος γύρω από το Big Brother, το τοπίο παραμένει στάσιμο. Το First Dates λειτούργησε ως το φιλί της ζωής για το είδος – ή, αν προτιμάτε μια πιο τολμηρή διατύπωση, το ερωτικό φιλί της ζωής.
Τα σύγχρονα reality επιδιώκουν να πληρούν προδιαγραφές τέτοιες ώστε να μπορόυν να απευθύνονται σε ένα μαζικό, συχνά μη απαιτητικό κοινό. Η διαδικασία θυμίζει τα τεστ ασφαλείας των αυτοκινήτων, όπου άψυχες κούκλες υφίστανται βίαιες δοκιμασίες πρόσκρουσης. Το First Dates είναι η επιτομή αυτής της λογικής. Παρουσιάζει χαρακτήρες τόσο ιδιαίτερους που, αν δεν υπήρχαν, θα έπρεπε να τους εφεύρουμε: από τον Λαρισαίο Coach αυτοβελτίωσης μέχρι τον διαγωνιζόμενο που τηλεφωνεί στη μητέρα του κατά τη διάρκεια του ραντεβού.
Εδώ οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την ευφυΐα της παραγωγής. Η κεντρική ιδέα είναι ισχυρή. Το εστιατόριο μετατρέπεται σε ένα μικρόκοσμο, ένα θερμοκήπιο του σύγχρονου ερωτικού παιχνιδιού, ένα ζωντανό ενυδρείο της σύγχρονης λιβιδινικής οικονομίας (σ.σ. Η Θεωρία της Λιβιδούς, S. Freud). Πρόκειται για το μεγαλύτερο, ίσως, επιστημονικό πείραμα ερωτισμού στη σύγχρονη Ελλάδα, που βασίζεται σε ένα εξαιρετικό casting και σε ευφυείς συνδυασμούς χαρακτήρων. Η παραγωγή έχει επιτύχει να εντοπίσει τον ιδανικό τύπο ανθρώπου για αυτό το εγχείρημα: άτομα που ισορροπούν μεταξύ ειρωνείας και ειλικρίνειας, πρόθυμους να διακινδυνεύσουν την έκθεση και τον αυτοσαρκασμό, διατηρώντας ταυτόχρονα την ελπίδα για την εύρεση του έρωτα. Αυτοί είναι οι σύγχρονοι ήρωες, οι γενναίοι στους οποίους αξίζει η αγάπη.
H επιτυχημένη συνταγή ενισχύεται από μια διακριτική σεναριακή παρέμβαση και μια άρτια τεχνική διεκπεραίωση στη σκηνοθεσία και το μοντάζ. Η ταυτόχρονη εξέλιξη τεσσάρων – πέντε ραντεβού λειτουργεί με την ακρίβεια ενός καλοκουρδισμένου μηχανισμού, θυμίζοντας την άψογη χορογραφία ενός ρομποτικού εργοστασίου. Αποτελεί μια αποκάλυψη για τα δεδομένα των ελληνικών reality. Είναι μια εκπομπή για σκεπτόμενους θεατές. Είναι αληθινός κινηματογράφος, absolute cinema.
Η επιτυχία του First Dates δεν οφείλεται αποκλειστικά στην εμπορία του έρωτα και του σεξ. Αυτά τα στοιχεία τα εκμεταλλεύτηκαν και άλλες παραγωγές, οι οποίες όμως κατέληξαν να είναι είτε εκβιαστικά συναισθηματικές , είτε φτηνές απομιμήσεις αμερικανικών προτύπων, όπως το Power of Love, το Game of Love και το Love Island. Αυτές οι εκπομπές συγκέντρωναν ένα αμφιλεγόμενο μείγμα από αδιάφορους χαρακτήρες και influencers, συχνά με χυδαίο και σεξιστικό περιεχόμενο. Αντιθέτως, το First Dates, παρότι ένα reality που εξ ορισμού θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, καταφέρνει να αποστάξει, μέσα από το τεχνητό του πλαίσιο, μια ατόφια αυθεντικότητα. Παρακολουθώντας ένα ραντεβού, ο θεατής γίνεται μάρτυρας της αμηχανίας, της παρεξήγησης, της γόνιμης ετεροντροπής που σε αναγκάζει να μην αποστρέψεις το βλέμμα. Αυτή είναι η αλήθεια της ανθρώπινης συνθήκης και οφείλουμε να την παρατηρήσουμε. Να βιώσεις την ετεροντροπή, αναγνωρίζοντας ότι τίποτα το ανθρώπινο δεν σου είναι ξένο.
Και όταν, μέσα από αυτή τη διαδικασία, γεννηθεί μια γνήσια χημεία, το παζλ συμπληρώνεται και όλα αποκτούν νόημα. Τότε κατανοείς την αξία της υπομονής, τόσο στο φλερτ όσο και στην παρακολούθηση της εκπομπής. Η παραγωγή δρα ως ένας χειροποίητος αλγόριθμος. Επιμελείται και συνδυάζει τα ζευγάρια με τη φροντίδα ενός παιδιού που παίζει με τις κούκλες του. Σκηνοθετεί την αρχική συνάντηση, σαν ένας πάνσοφος σκηνοθέτης σε ένα Truman Show, τοποθετώντας τους πρωταγωνιστές στον Κήπο της Εδέμ, όπου έχουν την επιλογή μεταξύ της ευτυχίας και της πτώσης. Στη συνέχεια, τους αφήνει ελεύθερους να αποφασίσουν το μέλλον τους. Η σκληρότητα της μεθόδου είναι ίσως απαραίτητη, αλλά το μήνυμα είναι απλό και ευκρινές.
Πώς το Ίντερνετ Κατέστρεψε το Dating
Η προσέγγιση που θα επιχειρήσουμε μπορεί να φανεί σκληρή, αλλά είναι απελπιστικά απλή και κατανοητή. Και αυτό έχει θεμελιώδη σημασία, διότι ο κόσμος εκεί έξω έχει μετατραπεί σε μια αδιαπέραστη ζούγκλα. Πότε το πεδίο της ανθρώπινης σύνδεσης μετατράπηκε σε αυτό το δαιδαλώδες τοπίο; Τι είδους ερωτικό τέναγος είναι αυτό που απλώνεται γύρω μας; Οι αφηγήσεις από τον κόσμο των dating apps που ανταλλάσσονται στις παρέες, συχνά θυμίζουν πολεμικές ανταποκρίσεις από εμπόλεμη ζώνη. Χωρίς να αποδίδουμε την αποκλειστική ευθύνη στο διαδίκτυο, είναι σαφές ότι φέρει ένα τεράστιο μερίδιο για αυτή την κατάσταση. Αναμφίβολα, οι ρίζες του προβλήματος είναι βαθύτερες και κοινωνικές, όμως η ψηφιακή συνθήκη επιδεινώνει δραματικά το πρόβλημα.
Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο; Πώς υιοθετήσαμε αυτή τη γλώσσα για να περιγράψουμε τις σχέσεις, το φλερτ και τη σεξουαλικότητα; Έχουμε εξοικειωθεί με τα ονόματα πέντε διαφορετικών πλατφορμών γνωριμιών, ενώ διαρκώς αναδύεται μια καινούργια. Οι άνθρωποι περιφέρονται από τη μία στην άλλη, με τη λογική του επενδυτή που κυνηγά την επόμενη την επόμενη startup-φαινόμενο, λίγο πριν την απογείωσή της στο χρηματιστήριο. Μιλάμε, πλέον, για μια απροκάλυπτη σεξουαλική οικονομία. Κάθε χρήστης χτίζει το δικό του χαρτοφυλάκιο, τις δικές του μετοχές σε ένα απέραντο χρηματιστήριο ερωτικών συναλλαγών. Αναπόφευκτα, επέρχεται το “κραχ”, και τότε ο χρήστης αλλάζει πλατφόρμα, αναζητώντας μια νέα “αγορά” για να επενδύσει. Ο καθένας έχει αναπτύξει τη δική του εξειδίκευση: άλλος παρέχει συμβουλές σε συναισθηματικά ναυαγούς, και άλλος εμπορεύεται φετιχιστικό υλικό.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εκφράζεις την απορία γιατί δεν μπορείς να βρεις μια ουσιαστική σχέση στο Tinder ή στο Bumble. Η ίδια η ερώτηση είναι παράλογη. Οι αλγόριθμοι αυτών των πλατφορμών έχουν αποκωδικοποιήσει τις αδυναμίες και τις ανασφάλειές μας και τις εκμεταλλεύονται συστηματικά. Οι πιο ενδόμυχες ανθρώπινες ανάγκες για αγάπη και ευτυχία μετατρέπονται σε ψυχρά δεδομένα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο εμπορικής συναλλαγής μεταξύ εταιρειών, για να μας επιστραφούν τελικά με τη μορφή στοχευμένων διαφημίσεων.
Η καθημερινότητα μετατρέπεται σε ένα νευρωτικό τελετουργικό: ατέλειωτες ώρες στο Instagram, στο inbox, στα stories. Η ανάλυση της σημασίας μιας καρδούλας έναντι μιας φωτιάς, η αγωνία για το αν προβλήθηκε το story σου. Η εναλλαγή των διαδικτυακών συντρόφων (γνωστοί ως internet situationships) είναι τόσο συχνή, που θυμίζει τη διαχείριση μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Ένας ολόκληρος νεολογισμός εισβάλλει από την αγγλόφωνη κουλτούρα – “Pick Me Girl”, “Beta Male” – για να κατηγοριοποιήσει συμπεριφορές. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την ανθρώπινη επαφή;
Η αποξένωση είναι τέτοια, που ακόμα και μια απόδραση στη φύση φιλτράρεται μέσα από αυτό το πρίσμα. Η επιθυμία για επιστροφή σε μια πιο απλή ζωή, το “reject modernity, embrace tradition”, γίνεται σχεδόν υπαρξιακή κραυγή. Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την αναζήτηση προξενητή στο χωριό.
Το πόσο έχει βραχυκυκλώσει το παιχνίδι του έρωτα αποδεικνύεται από την εκρηκτική αύξηση των εκπομπών στο YouTube που αναβιώνουν το concept του “ραντεβού στα τυφλά”. Για όσους μεγάλωσαν τη δεκαετία του ’90, το “Ραντεβού στα Τυφλά” με τη Βάσια Τριφύλλη ήταν ένα τηλεοπτικό ορόσημο, ένα σύμβολο της νέας, αισιόδοξης εποχής της ιδιωτικής τηλεόρασης. Σήμερα, η αναβίωσή του από τη γενιά των Zoomers, που ήταν αγέννητοι τότε, δεν είναι απλώς νοσταλγία. Είναι σύμπτωμα. Αποκαλύπτει την επάνοδο θεμελιωδών ερωτημάτων: Πώς γνωρίζονται οι άνθρωποι; Πώς επικοινωνούν; Πώς εκφράζουν το ενδιαφέρον τους; Είναι σαν η γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα στην ψηφιακή συνθήκη, να καλείται να διδαχθεί εκ νέου την αλφάβητο της ανθρώπινης επαφής.
Φυσικά, στην ελληνική πραγματικότητα, η πιο λαοφιλής εκδοχή αυτού του concept υπήρξε η trash και συχνά θλιβερή του παραλλαγή, το “Χρυσό Κουφέτο” με την Αννίτα Πάνια, που βασιζόταν στην τηλεοπτική εκμετάλλευση ευάλωτων ατόμων. Το σημερινό διαδίκτυο, ακολουθώντας συχνά τα χειρότερα πρότυπα, αναπαράγει ακριβώς αυτό το μοντέλο. Η διαφορά είναι ότι πλέον, οι ίδιοι οι συμμετέχοντες εμπορευματοποιούν τον εαυτό τους, μετατρέποντάς τον σε περιεχόμενο.
Η πιο εύγλωττη απόδειξη αυτής της αντιστροφής ήρθε από μια τέτοια εκπομπή. Ένας συμμετέχων, περιγράφοντας την εμπειρία του ραντεβού στα τυφλά, δήλωσε: «Είναι σαν να μιλάς πάλι σε μια πλατφόρμα, όπως το Instagram… που δεν ξέρεις ποιος είναι ο άλλος από πίσω και απλά ανταλλάζεις ηχητικά μηνύματα. Είναι κάτι πολύ πρωτόγνωρο… έχεις μια πιο άμεση επαφή».
Η δήλωση είναι σοκαριστική στην ειλικρίνειά της. Η πραγματική, πρόσωπο με πρόσωπο συνομιλία, η αυθεντική ανθρώπινη αλληλεπίδραση, περιγράφεται ως «πρωτόγνωρη». Η μόνη μεταφορά που μπορεί να σκεφτεί για να την περιγράψει, είναι μια ψηφιακή λειτουργία. Η εντύπωση που του προκαλεί η αμεσότητα αποκαλύπτει μια πλήρη αντιστροφή των όρων. Η πραγματικότητα έχει αρχίσει να ερμηνεύεται μέσα από το πρίσμα της ψηφιακής της προσομοίωσης. Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο;
Ετεροπεσιμισμός: Το Ανώτατο Στάδιο της Ερωτικής Απελπισίας
Είναι πλέον σαφές ότι υφίσταται ένα πρόβλημα. Το ερώτημα είναι ποια ακριβώς η φύση του. Αν η δυστοπική πραγματικότητα του «Αστακού» του Λάνθιμου, όπου οι single άνθρωποι είχαν 45 ημέρες για να βρουν ταίρι πριν μεταμορφωθούν σε ζώα, σας φάνηκε εφιαλτική, η σύγχρονη πραγματικότητα είναι, σύμφωνα με τις έρευνες, ενδεχομένως πιο σκληρή.
Ας εξετάσουμε μερικά αδιάψευστα στατιστικά στοιχεία. Μια έρευνα του Pew Research Center ήδη από το 2019 αποκάλυπτε πως το 67% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι η ερωτική του ζωή, συνολικά, δεν εξελίσσεται ικανοποιητικά. Ταυτόχρονα, ένα συντριπτικό 75% παραδεχόταν ότι αντιμετώπισε σημαντική ή σχετική δυσκολία στην προσπάθεια να βρει ανθρώπους για ραντεβού κατά τον τελευταίο χρόνο. Οι κύριες αιτίες αυτής της απαισιοδοξίας, σύμφωνα με τους συμμετέχοντες, ήταν το online dating και το κλίμα ανασφάλειας που δημιούργησε το κίνημα #MeToo, το οποίο έκανε πολλούς, και κυρίως τις γυναίκες, να αισθάνονται λιγότερο ασφαλείς και πρόθυμες να εμπλακούν στη διαδικασία του dating.
Μια παρόμοια, ζοφερή εικόνα παρουσιάζει και η έρευνα του American Survey Center που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο. Σύμφωνα με αυτή, το 62% των single ανδρών και το 67% των single γυναικών πιστεύει ότι το dating σήμερα είναι δυσκολότερο από ό,τι ήταν δέκα χρόνια πριν. Σε αυτήν την έρευνα, όμως, ο πεσιμισμός αγγίζει νέα, πιο ανησυχητικά επίπεδα: το 54% των γυναικών και το 57% των ανδρών πιστεύει ότι δεν θα βρει ποτέ έναν σύντροφο ικανό να τους κάνει ευτυχισμένους. Ας αναλογιστούμε το μέγεθος αυτού του ευρήματος. Πάνω από τους μισούς ανθρώπους πιστεύουν ότι η ευτυχία είναι ένας ανέφικτος στόχος.
Το online ερωτικό παιχνίδι, με τη σειρά του, επιτείνει αυτή την απαισιοδοξία και εξαλείφει τις δεύτερες ευκαιρίες. Σε ερώτηση για το αν θα έβγαιναν σε δεύτερο ραντεβού αν το πρώτο δεν πήγαινε καλά, μόλις το 11% των γυναικών και το 16% των ανδρών που γνωρίστηκαν μέσω dating app απάντησε θετικά. Αντιθέτως, τα ποσοστά αυτά είναι συντριπτικά μεγαλύτερα όταν η γνωριμία γίνεται μέσω φίλων ή γνωστών. Το online dating σε ωθεί να δίνεις λιγότερες ευκαιρίες και, σταδιακά, σε κάνει να πάψεις να πιστεύεις στον έρωτα.
Αυτή η διάχυτη απογοήτευση έχει αποκτήσει το δικό της όνομα: ετεροπεσιμισμός. Ο όρος περιγράφει τη γενικευμένη αίσθηση ότι κανείς δεν πιστεύει πλέον στον έρωτα, ότι οι παραδοσιακές σχέσεις έχουν αποτύχει. Περιγράφει μια στάση απέναντι στην κλασική ετεροφυλοφιλική σχέση που χαρακτηρίζεται από απαισιοδοξία, παραίτηση και έναν γενικευμένο κυνισμό του τύπου «δεν υπάρχει κανείς αξιόλογος».
Η κατάρα του ετεροπεσιμισμού, ωστόσο, έγκειται στην τραγική του αντίφαση: ενώ το παιχνίδι φαντάζει μάταιο, η συμμετοχή σε αυτό συνεχίζεται σχεδόν καταναγκαστικά. «Άντε ας μπω μία στα γρήγορα στο Tinder τώρα». Πρόκειται για μια παραίτηση από την οποία είναι αδύνατον να παραιτηθείς. Η αίσθηση της ματαίωσης είναι διαχύτη. Τα σημάδια είναι ορατά στη λαϊκή κουλτούρα: από το «τέλος οι άντρες για μένα» και το κίνημα του “boy sober” ως πράξη αυτοφροντίδας, μέχρι τον ανδρικό αυτονομισμό του “men going their own way” (MGTOW) ως αντίδραση στη «μάστιγα του φεμινισμού». Και τα δύο αντανακλούν ένα βαθύ αίσθημα απογοήτευσης και απόγνωσης, το οποίο στους άντρες συχνά παίρνει τη θλιβερή μορφή της προσφυγής σε pickup artists και την κουλτούρα των incel.
Μια διεισδυτική ερμηνεία για αυτά τα φαινόμενα προσφέρει η κοινωνιολόγος Eva Illouz στο βιβλίο της «Το Τέλος του Έρωτα». Υποστηρίζει ότι οι αρνητικές ερωτικές εμπειρίες (η αδιαφορία, το ghosting, τα situationships) δεν είναι απλώς προσωπικές αποτυχίες, αλλά έχουν βαθιές κοινωνικές και ιστορικές ρίζες. Ο έρωτας και το φλερτ, σύμφωνα με την Illouz, δεν είναι αιώνιες και αμετάβλητες έννοιες, αλλά διαμορφώνονται από τις εκάστοτε οικονομικές, πολιτισμικές και ψυχοσυναισθηματικές δομές. Η Illouz εντοπίζει τρεις κύριους παράγοντες για την κρίση αυτή:
- Ο ακραίος ατομικισμός του νεοφιλελευθερισμού: Κάθε άτομο λειτουργεί ως μια αυτόνομη «εταιρεία», υπολογίζοντας τα πάντα με όρους κόστους-οφέλους. Η δέσμευση αποφεύγεται, εκτός αν η ικανοποίηση είναι απόλυτη – δηλαδή, ποτέ.
- Η ηγεμονία της οπτικής κουλτούρας στα social media: Η ερωτική επιθυμία μετατρέπεται σε μια σχεδόν πορνογραφική κατανάλωση εικόνων. Η ατελείωτη ροή του scroll οδηγεί σε μια διαρκή σύγκριση του εαυτού με τους άλλους, σε ένα αόρατο χρηματιστήριο εξωτερικής εμφάνισης.
- Η κουλτούρα της εκλαϊκευμένης ψυχολογίας: Η κατάχρηση και παρερμηνεία ψυχολογικών όρων («red flag», «όρια», «άμυνες») χρησιμοποιείται για τη δικαιολόγηση της αποφυγής κάθε δυσκολίας ή συμβιβασμού. Η αυτοφροντίδα μετατρέπεται σε ναρκισσιστική ενασχόληση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ερωτικοί δεσμοί γίνονται αδύναμοι και εύθραυστοι. Οι άνθρωποι επιλέγουν συντρόφους σαν να ψωνίζουν προϊόντα από το σούπερ μάρκετ, καθιστάμενοι σταδιακά ασύμβατοι με την ίδια την ιδέα ενός αληθινού δεσμού που βασίζεται στο πάθος, την εμπιστοσύνη και την κατανόηση.
Το αποκορύφωμα αυτού του παραδόξου είναι η εμμονική ενασχόληση της κοινωνίας με το σεξ, η οποία όμως δεν μεταφράζεται σε πραγματική ικανοποίηση. Παντού κυριαρχεί το “horny posting”, οι προκλητικές εικόνες, η συζήτηση γύρω από το σεξ. Όλοι φαίνονται σεξουαλικά διεγερμένοι, αλλά κανείς δεν είναι ικανοποιημένος. Η υποτιθέμενη σεξουαλική επανάσταση μετά την πανδημία δεν ήρθε ποτέ. Αντιθέτως, κυριάρχησε μια γενικευμένη αμηχανία.
Το φαινόμενο αυτό, το να μιλάς ασταμάτητα για το σεξ όχι για να το βιώσεις, αλλά για να το ελέγξεις μέσα από τον λόγο, είχε ήδη αναλύσει ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ στην «Ιστορία της Σεξουαλικότητας» το 1976. Ο Φουκώ αντέστρεψε την φροϋδική αντίληψη περί καταπίεσης, υποστηρίζοντας ότι οι σύγχρονες κοινωνίες δεν καταπιέζουν τη σεξουαλικότητα, αλλά την υποβάλλουν σε έναν εξονυχιστικό έλεγχο μέσα από τη διαρκή ανάλυση και κατηγοριοποίησή της. Η σεξουαλική ταυτότητα μετατρέπεται σε ένα πεδίο επιτήρησης και ρύθμισης, αντί να είναι πηγή απόλαυσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έλευση του διαδικτύου, των social media και των dating apps λειτούργησε ως ο απόλυτος καταλύτης. Ο τρόπος που παρουσιάζουμε τη σεξουαλικότητά μας, ο τρόπος που την καταναλώνουν οι άλλοι και ο τρόπος που οι αλγόριθμοι τη ρυθμίζουν για να μας προτείνουν συντρόφους, έχει γίνει πλήρως ελεγχόμενος. Η τελική συνέπεια είναι τραγική: παράγεται ένας τεράστιος όγκος λόγου, πληροφορίας και «γνώσης» γύρω από το σεξ, αλλά η ουσιαστική, απελευθερωτική ερωτική εμπειρία απουσιάζει. Το παιχνίδι έχει γίνει αυτοαναφορικό και αποστειρωμένο.
First dates: επιστροφή στα βασικά
Το να μην νιώσεις ανακούφιση παρακολουθώντας το First Dates είναι σχεδόν αδύνατο. Σε μια εποχή που όλα έχουν γίνει περίπλοκα, εκεί τα πράγματα είναι απλά: πας για ένα προξενιό και ό,τι βγει. Πρόκειται για μια ένεση αισιοδοξίας, μια μικρή δόση αισιοδοξίας.
Βλέπεις δύο πραγματικούς ανθρώπους να κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλον και να προσπαθούν να βρουν κοινά, να καταλάβουν αν υπάρχει έλξη, αν θα συνεχίσουν. Αυτή η διαδικασία, που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, είναι μαγική. Είναι σαν να παρακολουθείς τη δημιουργία μιας νέας ζωής, ένα αντίδοτο στον «θάνατο του φλερτ».
Έχουμε ξεχάσει πώς να επικοινωνούμε πρόσωπο με πρόσωπο. Στο First Dates οι άνθρωποι μπαίνουν στην «αρένα» χωρίς κινητά, χωρίς να έχουν «στοκάρει» ο ένας τον άλλον στα social media για μήνες. Χωρίς να έχουν δει φωτογραφίες από την παραλία, από το κατοικίδιο που πέθανε ή ακόμα και από τη μητέρα του άλλου στη γιορτή της μητέρας.
Αυτή η επιστροφή στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» της ανθρώπινης σεξουαλικότητας είναι απαραίτητη. Χρειαζόμαστε μια επανεκκίνηση για να φύγει το βραχυκύκλωμα και να μάθουμε ξανά να φλερτάρουμε και να ζευγαρώνουμε.
Το First Dates ταλαντεύεται ανάμεσα στη σοβαρότητα και την κωμωδία, γεγονός που το κάνει ακόμα πιο ρεαλιστικό, παρότι είναι reality. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν καυλαντίζουν και ξεφτιλίζονται, προσπαθώντας να γοητεύσουν ο ένας τον άλλον, συχνά με καραγκιοζιές. Αλλά αυτό είναι το φλερτ. Είναι ένα κοινά αποδεκτό παιχνίδι γοητείας και σαγήνης, που μπορεί να λειτουργήσει ή και όχι.
Το παιχνίδι είναι λειτουργικό, καθώς σε μαθαίνει να αποδέχεσαι το αποτέλεσμα με ωριμότητα και γενναιότητα, όπως εκείνη η κοπέλα που ο άλλος δεν της έδωσε μια αγκαλιά ή ο «εξαρχιοφασίστας» που «πιστόλιασε» τον ποιητή, παρότι είχαν τεράστια χημεία. Όταν όμως το γλυκό «δένει» και το πράγμα «κουμπώνει», το πανηγυρίζουμε σαν γκολ.
Προφανώς, το First Dates από μόνο του δεν μπορεί να μας σώσει. Πρέπει να βρούμε τρόπο να επενδύσουμε ξανά θετικά στον έρωτα, ως κοινωνία, όποια μορφή κι αν έχει αυτός ο έρωτας.

